Ενδοδοντία

H ενδοδοντική θεραπεία, πιο γνωστή ως απονεύρωση, είναι μία εντελώς ανώδυνη οδοντιατρική διαδικασία η οποία καθίσταται αναγκαία για τη θεραπεία των λοιμώξεων ή καταγμάτων των δοντιών όταν αυτά επηρεάζουν τον πολφό (νεύρα) του δοντιού προκαλώντας φλεγμονή και μόλυνση.


Κατά την ενδοδοντική θεραπεία γίνεται πλήρης αφαίρεση του πολφού, καθαρισμός και απολύμανση του πολφικού θαλάμου και των ριζικών σωλήνων και τέλος έμφραξη τους με ειδικά εμφρακτικά υλικά.
Εάν δεν πραγματοποιηθεί ενδοδοντική θεραπεία σε κάποιον μολυσμένο ή κατεστραμμένο πολφό, τότε συγκεντρώνεται πύον στην άκρη της ρίζας, στο φατνιακό οστούν και δημιουργείται απόστημα το οποίο προκαλεί πόνο.

 

Αν η φλεγμονή δεν αντιμετωπιστεί, η έλλειψη αιμάτωσης του πολφού οδηγεί στη νέκρωση των ιστών και εξάπλωση της μόλυνσης μέσω των ριζικών σωλήνων στους ιστούς γύρω από τη ρίζα του δοντιού προκαλώντας απόστημα. Η μόλυνση καταστρέφει σταδιακά το οστό γύρω απο το απόστημα καθιστώντας αδύνατο να κρατηθεί το δόντι στη θέση του οδηγώντας στην απώλεια του. Επιπλέον μπορεί να εξαπλωθεί και σε άλλα όργανα του σώματος επηρεάζοντας τη λειτουργία τους. Η μόνη εναλλακτική συνήθως είναι η εξαγωγή που αν και μοιάζει μία φθηνή επιλογή, η κάλυψη του κενού μελλοντικά θα απαιτήσει μία πολυδάπανη γέφυρα ή ένα καθόλου φθηνό εμφύτευμα.

 

 

Εκτελείται τόσο στα μονόριζα (πρόσθια) όσο και στα πολύριζα (οπίσθια) δόντια.

 

Αρχικά γίνεται διάνοιξη και πρόσβαση μέσω της μασητικής επιφάνειας στην πολφική κοιλότητα και στους ριζικούς σωλήνες έως το στενότερο ακρορριζικό τους σημείο. Στη συνέχεια κάνουμε χημικομηχανική επεξεργασία του κάθε σωλήνα ξεχωριστά με σκοπό την κατάλληλη διαμόρφωση του με εργαλεία χειρός,

μηχανοκίνητα εργαλεία και διακλυσμούς με τοπικά αντισηπτικά διαλύματα. Στα μεσοδιαστήματα των συνεδριών χρησιμοποιούμε αντιμικροβιακούς παράγοντες για την εκτόπιση και εξάλειψη της μόλυνσης. Στο τελευταίο στάδιο της θεραπείας γίνεται έμφραξη των ριζικών σωλήνων με σύγχρονο σύστημα θερμής γουταπέρκας και ακολουθώντας συγκεκριμένο πρωτόκολλο.

 

Μία μικρή δυσφορία της περιοχής μπορεί να επικρατεί τις πρώτες ημέρες μετά την ολοκλήρωση, η οποία αντιμετωπίζεται με απλά αναλγητικά. Η λήψη ακτινογραφίας μερικές ημέρες μετά τη θεραπεία κρίνεται απαραίτητη για την επιβεβαίωση της επιτυχίας. Στην τελική φάση γίνεται ανασύσταση του δοντιού (σφράγισμα) και σε περίπτωση που είναι κατεστραμμένο κρίνεται απαραίτητη η τοποθέτηση άξονα και στεφάνης(θήκης) πορσελάνης ώστε να προφυλαχθεί από μελλοντικό κάταγμα και εξαγωγή.

Μια σωστή ενδοδοντική θεραπεία έχει ποσοστά επιτυχίας έως και 92%, ποσό το οποίο εξαρτάται από διάφορους παραμέτρους όπως τη μορφολογία των ριζικών σωλήνων, εάν έχει ακρορριζική αλλοίωση, αν ακολουθηθεί συγκεκριμένο πρωτόκολλο, εάν υπάρχει κάταγμα ή ράγισμα και εάν η τελική αποκατάσταση είναι σωστή και αποτρέπει τη μικροδιείσδυση μικροβίων. Αν ο πόνος επιμένει μετά από δυο ή τρεις εβδομάδες τότε πιθανόν η θεραπεία να μην ήταν επιτυχής. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η πρόληψη μπορεί να αποτρέψει την ανάγκη ενδοδοντικής θεραπείας.